φανταρίστικος
•
- που έχει σχέση με φαντάρο / στρατιώτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτα φανταρίστικα: η στολή των φαντάρων / στρατιωτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανταρίστικος < φαντάρος + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φανταρίστικος | φανταρίστικη | φανταρίστικο |
| Γενική | φανταρίστικου | φανταρίστικης | φανταρίστικου |
| Αιτιατική | φανταρίστικο | φανταρίστικη | φανταρίστικο |
| Κλητική | φανταρίστικε | φανταρίστικη | φανταρίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φανταρίστικοι | φανταρίστικες | φανταρίστικα |
| Γενική | φανταρίστικων | φανταρίστικων | φανταρίστικων |
| Αιτιατική | φανταρίστικους | φανταρίστικες | φανταρίστικα |
| Κλητική | φανταρίστικοι | φανταρίστικες | φανταρίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →