Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φανταρίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με φαντάρο / στρατιώτη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτα φανταρίστικα: η στολή των φαντάρων / στρατιωτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φανταρίστικος < φαντάρος + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφανταρίστικοςφανταρίστικηφανταρίστικο
Γενικήφανταρίστικουφανταρίστικηςφανταρίστικου
Αιτιατικήφανταρίστικοφανταρίστικηφανταρίστικο
Κλητικήφανταρίστικεφανταρίστικηφανταρίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφανταρίστικοιφανταρίστικεςφανταρίστικα
Γενικήφανταρίστικωνφανταρίστικωνφανταρίστικων
Αιτιατικήφανταρίστικουςφανταρίστικεςφανταρίστικα
Κλητικήφανταρίστικοιφανταρίστικεςφανταρίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →