Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαντασιοπληξία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έντονη φαντασίωση που φτάνει να συγχέεται με την πραγματικότητα, που μπορεί να αφορά υπερβολικό, μη υλοποιήσιμο όνειρο για το μέλλον ή μια κατάσταση του παρόντος, μια εκτός πραγματικότητας εκτίμηση για οτιδήποτε (π.χ. για την εικόνα του εαυτού) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαντασιοπληξία < φαντασιόπληκτος + -σία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαντασιοπληξίαφαντασιοπληξίες
Γενικήφαντασιοπληξίαςφαντασιοπληξιών
Αιτιατικήφαντασιοπληξίαφαντασιοπληξίες
Κλητικήφαντασιοπληξίαφαντασιοπληξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →