φαντασιοπληξία
•
- η έντονη φαντασίωση που φτάνει να συγχέεται με την πραγματικότητα, που μπορεί να αφορά υπερβολικό, μη υλοποιήσιμο όνειρο για το μέλλον ή μια κατάσταση του παρόντος, μια εκτός πραγματικότητας εκτίμηση για οτιδήποτε (π.χ. για την εικόνα του εαυτού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαντασιοπληξία < φαντασιόπληκτος + -σία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαντασιοπληξία | φαντασιοπληξίες |
| Γενική | φαντασιοπληξίας | φαντασιοπληξιών |
| Αιτιατική | φαντασιοπληξία | φαντασιοπληξίες |
| Κλητική | φαντασιοπληξία | φαντασιοπληξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →