φανταστικά
•
- φαντασιακά, για κάτι που πλάθει η φαντασία Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταπληκτικά, πάρα πολύ ωραία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φανταστικά < φανταστικός < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fantastique
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →