Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρέτρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θήκη για τα βέλη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτα όπλα ή επιχειρήματα που έχει στη διάθεσή του κάποιος για μια επιδίωξη Βικιλεξικό
    • Δεν είπε ακόμα την τελευταία λέξη. Έχει και άλλα βέλη στη φαρέτρα του
  3. μεταφορικάκυλινδρική θήκη σχεδίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρέτρα < αρχαία ελληνική φαρέτρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαρέτραφαρέτρες
Γενικήφαρέτραςφαρετρών
Αιτιατικήφαρέτραφαρέτρες
Κλητικήφαρέτραφαρέτρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →