φαρέτρα
•
- θήκη για τα βέλη Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα όπλα ή επιχειρήματα που έχει στη διάθεσή του κάποιος για μια επιδίωξη Βικιλεξικό
- Δεν είπε ακόμα την τελευταία λέξη. Έχει και άλλα βέλη στη φαρέτρα του
- μεταφορικάκυλινδρική θήκη σχεδίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαρέτρα < αρχαία ελληνική φαρέτρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρέτρα | φαρέτρες |
| Γενική | φαρέτρας | φαρετρών |
| Αιτιατική | φαρέτρα | φαρέτρες |
| Κλητική | φαρέτρα | φαρέτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →