φαρδαίνω
•
- καθιστώ κάτι πιο φαρδύ, το κάνω πιο πλατύ, φαρδύνω Βικιλεξικό
- πιο κάτω ο δρομος φαρδαίνει
- Να φαρδαίνω το παντελονι σου ή θα χάσεις κάνα κιλό;
- γίνομαι εγώ παχύτερος Βικιλεξικό
- φαρδαίνω όσο μεγαλώνω (μεγαλώνει η περίμετρος της μέσης)
Ετυμολογία
φαρδαίνω < φαρδύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαρδαίνω | φαρδαίνεις | φαρδαίνει | φαρδαίνουμε | φαρδαίνετε | φαρδαίνουν / φαρδαίνουνε |
| Παρατατικός | φάρδαινα | φάρδαινες | φάρδαινε | φαρδαίναμε | φαρδαίνατε | φάρδαιναν / φαρδαίναν / φαρδαίνανε |
| Αόριστος | φάρδυνα | φάρδυνες | φάρδυνε | φαρδύναμε | φαρδύνατε | φάρδυναν / φαρδύναν / φαρδύνανε |
| Μέλλοντας | θα φαρδαίνω / θα φαρδύνω | θα φαρδαίνεις / θα φαρδύνεις | θα φαρδαίνει / θα φαρδύνει | θα φαρδαίνουμε / θα φαρδύνουμε | θα φαρδαίνετε / θα φαρδύνετε | θα φαρδαίνουν / θα φαρδαίνουνε / θα φαρδύνουν / θα φαρδύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω φαρδύνει | έχεις φαρδύνει | έχει φαρδύνει | έχουμε φαρδύνει | έχετε φαρδύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φαρδύνει | είχες φαρδύνει | είχε φαρδύνει | είχαμε φαρδύνει | είχατε φαρδύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω φαρδύνει / να φαρδαίνω / να φαρδύνω | να έχεις φαρδύνει / να φαρδαίνεις / να φαρδύνεις | να έχει φαρδύνει / να φαρδαίνει / να φαρδύνει | να έχουμε φαρδύνει / να φαρδαίνουμε / να φαρδύνουμε | να έχετε φαρδύνει / να φαρδαίνετε / να φαρδύνετε | να φαρδαίνουν / να φαρδαίνουνε / να φαρδύνουν / να φαρδύνουνε |
| Προστακτική | — | φάρδαινε / φάρδυνε | — | — | φαρδαίνετε / φαρδύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →