φαρδύτερος
•
- που είναι πιο φαρδύς Βικιλεξικό
- Α, μην το συζητάς, όλοι οι δρόμοι της Αθήνας έπρεπε να είναι φαρδύτεροι
- Μήπως το έχετε στο ίδιο χρώμα αλλά φαρδύτερο στη μέση, γιατί μου φαίνεται αλλάξατε τα νούμερα στα ρούχα σας και δεν μου κάνει τίποτα πια στο μαγαζί σας
- Με την εγκυμοσύνη χρειάζομαι φαρδύτερα ρούχα
- υπερθετικός βαθμός με περίφραση Βικιλεξικό
- Η Συγγρού είναι ο φαρδύτερος δρόμος (απ' όλους)
Ετυμολογία
φαρδύτερος < φαρδ-ύτερος, συγκριτικός βαθμός του φαρδύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρδύτερος | φαρδύτερη | φαρδύτερο |
| Γενική | φαρδύτερου | φαρδύτερης | φαρδύτερου |
| Αιτιατική | φαρδύτερο | φαρδύτερη | φαρδύτερο |
| Κλητική | φαρδύτερε | φαρδύτερη | φαρδύτερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρδύτεροι | φαρδύτερες | φαρδύτερα |
| Γενική | φαρδύτερων | φαρδύτερων | φαρδύτερων |
| Αιτιατική | φαρδύτερους | φαρδύτερες | φαρδύτερα |
| Κλητική | φαρδύτεροι | φαρδύτερες | φαρδύτερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →