Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρδύτερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο φαρδύς Βικιλεξικό
    • Α, μην το συζητάς, όλοι οι δρόμοι της Αθήνας έπρεπε να είναι φαρδύτεροι
    • Μήπως το έχετε στο ίδιο χρώμα αλλά φαρδύτερο στη μέση, γιατί μου φαίνεται αλλάξατε τα νούμερα στα ρούχα σας και δεν μου κάνει τίποτα πια στο μαγαζί σας
    • Με την εγκυμοσύνη χρειάζομαι φαρδύτερα ρούχα
  2. υπερθετικός βαθμός με περίφραση Βικιλεξικό
    • Η Συγγρού είναι ο φαρδύτερος δρόμος (απ' όλους)

Ετυμολογία

φαρδύτερος < φαρδ-ύτερος, συγκριτικός βαθμός του φαρδύς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρδύτεροςφαρδύτερηφαρδύτερο
Γενικήφαρδύτερουφαρδύτερηςφαρδύτερου
Αιτιατικήφαρδύτεροφαρδύτερηφαρδύτερο
Κλητικήφαρδύτερεφαρδύτερηφαρδύτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρδύτεροιφαρδύτερεςφαρδύτερα
Γενικήφαρδύτερωνφαρδύτερωνφαρδύτερων
Αιτιατικήφαρδύτερουςφαρδύτερεςφαρδύτερα
Κλητικήφαρδύτεροιφαρδύτερεςφαρδύτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →