φαρικός
•
- ναυτικός όροςπου έχει σχέση με φάρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαρικός < φάρ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρικός | φαρική | φαρικό |
| Γενική | φαρικού | φαρικής | φαρικού |
| Αιτιατική | φαρικό | φαρική | φαρικό |
| Κλητική | φαρικέ | φαρική | φαρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρικοί | φαρικές | φαρικά |
| Γενική | φαρικών | φαρικών | φαρικών |
| Αιτιατική | φαρικούς | φαρικές | φαρικά |
| Κλητική | φαρικοί | φαρικές | φαρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →