Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου έχει σχέση με φάρο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρικός < φάρ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρικόςφαρικήφαρικό
Γενικήφαρικούφαρικήςφαρικού
Αιτιατικήφαρικόφαρικήφαρικό
Κλητικήφαρικέφαρικήφαρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρικοίφαρικέςφαρικά
Γενικήφαρικώνφαρικώνφαρικών
Αιτιατικήφαρικούςφαρικέςφαρικά
Κλητικήφαρικοίφαρικέςφαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →