φαρμακάντερος
•
- ιδιωματικόφαρμακόγλωσσος, πικρόγλωσσος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαρμακάντερος < φαρμάκ(ι) + άντερ(ο) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακάντερος | φαρμακάντερη | φαρμακάντερο |
| Γενική | φαρμακάντερου | φαρμακάντερης | φαρμακάντερου |
| Αιτιατική | φαρμακάντερο | φαρμακάντερη | φαρμακάντερο |
| Κλητική | φαρμακάντερε | φαρμακάντερη | φαρμακάντερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακάντεροι | φαρμακάντερες | φαρμακάντερα |
| Γενική | φαρμακάντερων | φαρμακάντερων | φαρμακάντερων |
| Αιτιατική | φαρμακάντερους | φαρμακάντερες | φαρμακάντερα |
| Κλητική | φαρμακάντεροι | φαρμακάντερες | φαρμακάντερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →