Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρμακάντερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόφαρμακόγλωσσος, πικρόγλωσσος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρμακάντερος < φαρμάκ(ι) + άντερ(ο) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρμακάντεροςφαρμακάντερηφαρμακάντερο
Γενικήφαρμακάντερουφαρμακάντερηςφαρμακάντερου
Αιτιατικήφαρμακάντεροφαρμακάντερηφαρμακάντερο
Κλητικήφαρμακάντερεφαρμακάντερηφαρμακάντερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρμακάντεροιφαρμακάντερεςφαρμακάντερα
Γενικήφαρμακάντερωνφαρμακάντερωνφαρμακάντερων
Αιτιατικήφαρμακάντερουςφαρμακάντερεςφαρμακάντερα
Κλητικήφαρμακάντεροιφαρμακάντερεςφαρμακάντερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →