Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρμακείο

/faɾ.maˈci.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φαρμακευτικήκατάστημα που διευθύνεται από φαρμακοποιό και διαθέτει φάρμακα ή σε κάποιες περιπτώσεις τα παρασκευάζει κιόλας Βικιλεξικό
  2. κουτί στο οποίο τοποθετούμε φάρμακα (πρώτης ανάγκης) Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγια έμπορο ή κατάστημα που έχει πολύ υψηλές τιμές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρμακείο < (καθαρεύουσα) φαρμακεῖον < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pharmacie < υστερολατινική pharmacia < ελληνιστική κοινή φαρμακία < αρχαία ελληνική φαρμακεία < φάρμακον < πρωτοελληνική *pʰármakon

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαρμακείοφαρμακεία
Γενικήφαρμακείουφαρμακείων
Αιτιατικήφαρμακείοφαρμακεία
Κλητικήφαρμακείοφαρμακεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →