φαρμακερός
•
- δηλητηριώδης Βικιλεξικό
- Δεν ξέρω πώς είχα καταφέρει μόνος μου να γνωρίζω τα καλά χόρτα από τα κακά, τα φαρμακερά από τ' αθώα, θυμάμαι ακόμα πως έτρωγα και τα γαϊδουράγκαθα. (Παύλος Νιρβάνας Πρώτη αγάπη [διήγημα])
- αιχμηρός, δηκτικός, κακός Βικιλεξικό
- φαρμακερά σχόλια
- δριμύς Βικιλεξικό
- φαρμακερό κρύο
Ετυμολογία
φαρμακερός < φαρμάκι + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακερός | φαρμακερή | φαρμακερό |
| Γενική | φαρμακερού | φαρμακερής | φαρμακερού |
| Αιτιατική | φαρμακερό | φαρμακερή | φαρμακερό |
| Κλητική | φαρμακερέ | φαρμακερή | φαρμακερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακεροί | φαρμακερές | φαρμακερά |
| Γενική | φαρμακερών | φαρμακερών | φαρμακερών |
| Αιτιατική | φαρμακερούς | φαρμακερές | φαρμακερά |
| Κλητική | φαρμακεροί | φαρμακερές | φαρμακερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →