φαρμακοδυναμικός
•
- σχετικός με την ενέργεια των φαρμάκων πάνω σε ζωντανούς οργανισμούς Βικιλεξικό
- "Ο φαρμακοδυναμικός τομέας προϋποθέτει τη χρήση πειραματόζωων"
Ετυμολογία
φαρμακοδυναμικός < φαρμακοδυναμική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακοδυναμικός | φαρμακοδυναμική | φαρμακοδυναμικό |
| Γενική | φαρμακοδυναμικού | φαρμακοδυναμικής | φαρμακοδυναμικού |
| Αιτιατική | φαρμακοδυναμικό | φαρμακοδυναμική | φαρμακοδυναμικό |
| Κλητική | φαρμακοδυναμικέ | φαρμακοδυναμική | φαρμακοδυναμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακοδυναμικοί | φαρμακοδυναμικές | φαρμακοδυναμικά |
| Γενική | φαρμακοδυναμικών | φαρμακοδυναμικών | φαρμακοδυναμικών |
| Αιτιατική | φαρμακοδυναμικούς | φαρμακοδυναμικές | φαρμακοδυναμικά |
| Κλητική | φαρμακοδυναμικοί | φαρμακοδυναμικές | φαρμακοδυναμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →