φαρμακοκινητικός
•
- σχετικός με την επιστήμη της φαρμακοκινητικής, που σχετίζεται με τον τρόπο που ουσιαστικά κινείται ένα φάρμακο στον οργανισμό, με τον τρόπο που μεταβολίζεται, που κατανέμεται στους ιστούς και που τελικά αποβάλλεται Βικιλεξικό
- o φαρμακοκινητικός μηχανισμός απορρόφησης είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την αποτελεσματικότητα αλλά και την ασφάλεια του φαρμάκου
Ετυμολογία
φαρμακοκινητικός < φαρμακοκινητική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pharmacokinetics < φάρμακο + κινητική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακοκινητικός | φαρμακοκινητική | φαρμακοκινητικό |
| Γενική | φαρμακοκινητικού | φαρμακοκινητικής | φαρμακοκινητικού |
| Αιτιατική | φαρμακοκινητικό | φαρμακοκινητική | φαρμακοκινητικό |
| Κλητική | φαρμακοκινητικέ | φαρμακοκινητική | φαρμακοκινητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακοκινητικοί | φαρμακοκινητικές | φαρμακοκινητικά |
| Γενική | φαρμακοκινητικών | φαρμακοκινητικών | φαρμακοκινητικών |
| Αιτιατική | φαρμακοκινητικούς | φαρμακοκινητικές | φαρμακοκινητικά |
| Κλητική | φαρμακοκινητικοί | φαρμακοκινητικές | φαρμακοκινητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →