φαρμακομούνα
•
- λαϊκότροποη γυναίκα της οποίας πέθαναν οι προηγούμενοι δύο ή τρεις άντρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαρμακομούνα < φαρμάκι + -ο- + μουνί + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαρμακομούνα | φαρμακομούνες |
| Γενική | φαρμακομούνας | φαρμακομούνων |
| Αιτιατική | φαρμακομούνα | φαρμακομούνες |
| Κλητική | φαρμακομούνα | φαρμακομούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →