Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρμακωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ο σκοτωμένος από φαρμάκι (δηλητήριο) Βικιλεξικό
    • Ο Ρωμαίος βρήκε την Ιουλιέτα του φαρμακωμένη
  2. που έχει δυσάρεστη γεύση στο στόμα του Βικιλεξικό
    • Χωρίς μεζέ, φαρμακωμένος πια απ' το οινόπνευμα, ζαλιζόταν. (Γιώργος Ιωάννου, Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας)
  3. μεταφορικάπου έχει υποστεί σοβαρό πόνο, κυρίως ψυχικό Βικιλεξικό
    • Ο αδελφός του έφυγε φαρμακωμένος από τα λόγια που του είχε ξεστομίσει
  4. μεταφορικάο υπερβολικά πικραμένος, ο δύστυχος, ο δυστυχισμένος Βικιλεξικό
    • Είναι ακόμα φαρμακωμένη από τον άδικο χαμό του συζύγου της
  5. χρησιμοποιείται και αντί του φαρμακερός, δηλαδή, που περιέχει ή που είναι εμποτισμένος με φαρμάκι Βικιλεξικό
    • Ο αέρας στην πόλη ήτανε φαρμακωμένος

Ετυμολογία

φαρμακωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φαρμακώνω

Άλλοι τύποι

φαρμακωμέναφαρμακωμένεφαρμακωμένεςφαρμακωμένηφαρμακωμένηςφαρμακωμένοφαρμακωμένοιφαρμακωμένοςφαρμακωμένουφαρμακωμένουςφαρμακωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →