Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρμακόγλωσσος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που στάζει η γλώσσα του φαρμάκι, που κακολογεί, που προσβάλλει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρμακόγλωσσος < φαρμάκι + -ο- + γλώσσα + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρμακόγλωσσοςφαρμακόγλωσσηφαρμακόγλωσσο
Γενικήφαρμακόγλωσσουφαρμακόγλωσσηςφαρμακόγλωσσου
Αιτιατικήφαρμακόγλωσσοφαρμακόγλωσσηφαρμακόγλωσσο
Κλητικήφαρμακόγλωσσεφαρμακόγλωσσηφαρμακόγλωσσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαρμακόγλωσσοιφαρμακόγλωσσεςφαρμακόγλωσσα
Γενικήφαρμακόγλωσσωνφαρμακόγλωσσωνφαρμακόγλωσσων
Αιτιατικήφαρμακόγλωσσουςφαρμακόγλωσσεςφαρμακόγλωσσα
Κλητικήφαρμακόγλωσσοιφαρμακόγλωσσεςφαρμακόγλωσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →