φαρμακώνω
•
- δηλητηριάζω κάποιον με τοξική ουσία, με φαρμάκι, του δίνω δηλητήριο Βικιλεξικό
- πικραίνω κάποιον βαθύτατα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαρμακώνω < αρχαία ελληνική φαρμακόω-φαρμακῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαρμακώνω | φαρμακώνεις | φαρμακώνει | φαρμακώνουμε | φαρμακώνετε | φαρμακώνουν / φαρμακώνουνε |
| Παρατατικός | φαρμάκωνα | φαρμάκωνες | φαρμάκωνε | φαρμακώναμε | φαρμακώνατε | φαρμάκωναν / φαρμακώναν / φαρμακώνανε |
| Αόριστος | φαρμάκωσα | φαρμάκωσες | φαρμάκωσε | φαρμακώσαμε | φαρμακώσατε | φαρμάκωσαν / φαρμακώσαν / φαρμακώσανε |
| Μέλλοντας | θα φαρμακώνω / θα φαρμακώσω | θα φαρμακώνεις / θα φαρμακώσεις | θα φαρμακώνει / θα φαρμακώσει | θα φαρμακώνουμε / θα φαρμακώσουμε | θα φαρμακώνετε / θα φαρμακώσετε | θα φαρμακώνουν / θα φαρμακώνουνε / θα φαρμακώσουν / θα φαρμακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φαρμακώσει | έχεις φαρμακώσει | έχει φαρμακώσει | έχουμε φαρμακώσει | έχετε φαρμακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φαρμακώσει | είχες φαρμακώσει | είχε φαρμακώσει | είχαμε φαρμακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φαρμακώσει / να φαρμακώνω / να φαρμακώσω | να έχεις φαρμακώσει / να φαρμακώνεις / να φαρμακώσεις | να έχει φαρμακώσει / να φαρμακώνει / να φαρμακώσει | να έχουμε φαρμακώσει / να φαρμακώνουμε / να φαρμακώσουμε | να έχετε φαρμακώσει / να φαρμακώνετε / να φαρμακώσετε | να φαρμακώνουν / να φαρμακώνουνε / να φαρμακώσουν / να φαρμακώσουνε |
| Προστακτική | — | φαρμάκωνε / φαρμάκωσε | — | — | φαρμακώνετε / φαρμακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →