Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαρσοκωμωδία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος κωμικού θεατρικού έργου, που χαρακτηρίζεται από ελαφρότητα και συνήθως χοντρά αστεία, με αποκλειστικό σκοπό τη διασκέδαση του κοινού και την πρόκληση γέλιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαρσοκωμωδία < σύνθετη λέξη: φάρσα + κωμωδία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαρσοκωμωδίαφαρσοκωμωδίες
Γενικήφαρσοκωμωδίαςφαρσοκωμωδιών
Αιτιατικήφαρσοκωμωδίαφαρσοκωμωδίες
Κλητικήφαρσοκωμωδίαφαρσοκωμωδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →