Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φασάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ρούχαπου έχουν φάσες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φασάτος < ιταλική fasciato < fascia. Μορφολογικά αναλύεται σε φάσα + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασάτοςφασάτηφασάτο
Γενικήφασάτουφασάτηςφασάτου
Αιτιατικήφασάτοφασάτηφασάτο
Κλητικήφασάτεφασάτηφασάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασάτοιφασάτεςφασάτα
Γενικήφασάτωνφασάτωνφασάτων
Αιτιατικήφασάτουςφασάτεςφασάτα
Κλητικήφασάτοιφασάτεςφασάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →