φασάτος
•
- για ρούχαπου έχουν φάσες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασάτος < ιταλική fasciato < fascia. Μορφολογικά αναλύεται σε φάσα + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασάτος | φασάτη | φασάτο |
| Γενική | φασάτου | φασάτης | φασάτου |
| Αιτιατική | φασάτο | φασάτη | φασάτο |
| Κλητική | φασάτε | φασάτη | φασάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασάτοι | φασάτες | φασάτα |
| Γενική | φασάτων | φασάτων | φασάτων |
| Αιτιατική | φασάτους | φασάτες | φασάτα |
| Κλητική | φασάτοι | φασάτες | φασάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →