Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φασίζω

ρήμα
•
  1. είμαι φασίστας ή φέρομαι σαν φασίστας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φασίζω < φασίστας

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφασίζωφασίζειςφασίζειφασίζουμεφασίζετεφασίζουν / φασίζουνε
Παρατατικόςφάσιζαφάσιζεςφάσιζεφασίζαμεφασίζατεφάσιζαν / φασίζαν / φασίζανε
Αόριστοςφάσισαφάσισεςφάσισεφασίσαμεφασίσατεφάσισαν / φασίσαν / φασίσανε
Μέλλονταςθα φασίζω / θα φασίσωθα φασίζεις / θα φασίσειςθα φασίζει / θα φασίσειθα φασίζουμε / θα φασίσουμεθα φασίζετε / θα φασίσετεθα φασίζουν / θα φασίζουνε / θα φασίσουν / θα φασίσουνε
Παρακείμενοςέχω φασίσειέχεις φασίσειέχει φασίσειέχουμε φασίσειέχετε φασίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φασίσειείχες φασίσειείχε φασίσειείχαμε φασίσει——
Υποτακτικήνα έχω φασίσει / να φασίζω / να φασίσωνα έχεις φασίσει / να φασίζεις / να φασίσειςνα έχει φασίσει / να φασίζει / να φασίσεινα έχουμε φασίσει / να φασίζουμε / να φασίσουμενα έχετε φασίσει / να φασίζετε / να φασίσετενα φασίζουν / να φασίζουνε / να φασίσουν / να φασίσουνε
Προστακτική—φάσιζε / φάσισε——φασίζετε / φασίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →