φασαίος
•
- νεολογισμόςαυτός που κοινωνικά και πολιτισμικά κινείται και δρα αποκλειστικά εντός μιας «φάσης», δηλαδή εντός ενός συνόλου ανθρώπων που έχουν παρόμοιες συμπεριφορές οι οποίες θεωρούνται εναλλακτικές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασαίος < φάσ(η) + -αίος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φασαίος | φασαίοι |
| Γενική | φασαίου | φασαίων |
| Αιτιατική | φασαίο | φασαίους |
| Κλητική | φασαίε | φασαίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →