φασαριόζος
•
- που προκαλεί φασαρία Βικιλεξικό
- Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
φασαριόζος < φασαρί(α) + -όζος (< ιταλική γλώσσα -oso)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασαριόζος | φασαριόζα | φασαριόζικο |
| Γενική | φασαριόζου | φασαριόζας | φασαριόζικου |
| Αιτιατική | φασαριόζο | φασαριόζα | φασαριόζικο |
| Κλητική | φασαριόζε | φασαριόζα | φασαριόζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασαριόζοι | φασαριόζες | φασαριόζικα |
| Γενική | φασαριόζων | — | φασαριόζικων |
| Αιτιατική | φασαριόζους | φασαριόζες | φασαριόζικα |
| Κλητική | φασαριόζοι | φασαριόζες | φασαριόζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →