φασαρτζής
•
- για άνθρωπο που προκαλεί ταραχές και αψιμαχίες Βικιλεξικό
- για άνθρωπο με κέφι, ζωηρό στην παρέα, φωνακλάς ή υπερκινητικός που σχολιάζει τα πάντα, συχνά πειραχτικά ή επικριτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασαρτζής < φασαρία + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φασαρτζής | φασαρτζήδες |
| Γενική | φασαρτζή | φασαρτζήδων |
| Αιτιατική | φασαρτζή | φασαρτζήδες |
| Κλητική | φασαρτζή | φασαρτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →