Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φασιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον φασισμό Βικιλεξικό
  2. χαρακτηριστικός του φασισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φασιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασιστικόςφασιστικήφασιστικό
Γενικήφασιστικούφασιστικήςφασιστικού
Αιτιατικήφασιστικόφασιστικήφασιστικό
Κλητικήφασιστικέφασιστικήφασιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασιστικοίφασιστικέςφασιστικά
Γενικήφασιστικώνφασιστικώνφασιστικών
Αιτιατικήφασιστικούςφασιστικέςφασιστικά
Κλητικήφασιστικοίφασιστικέςφασιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →