φασματικός
•
- σχετικός με το φάσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασματικός < φάσμα, γεν. φάσματ(ος) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική spectral
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασματικός | φασματική | φασματικό |
| Γενική | φασματικού | φασματικής | φασματικού |
| Αιτιατική | φασματικό | φασματική | φασματικό |
| Κλητική | φασματικέ | φασματική | φασματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φασματικοί | φασματικές | φασματικά |
| Γενική | φασματικών | φασματικών | φασματικών |
| Αιτιατική | φασματικούς | φασματικές | φασματικά |
| Κλητική | φασματικοί | φασματικές | φασματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →