φασματογραφία
•
- τομέας της επιστήμης που ασχολείται με τα φάσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φασματογραφία < φάσματ(ος) + -ο- + -γραφία, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική spectrographie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φασματογραφία | φασματογραφίες |
| Γενική | φασματογραφίας | φασματογραφιών |
| Αιτιατική | φασματογραφία | φασματογραφίες |
| Κλητική | φασματογραφία | φασματογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →