φασολάδα
•
- γαστρονομίατο φαγητό, σούπα από φασόλια, αναφερόμενο ως «εθνικό φαγητό των Ελλήνων» Βικιλεξικό
- Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
Ετυμολογία
φασολάδα < φασόλ(ι) + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φασολάδα | φασολάδες |
| Γενική | φασολάδας | φασολάδων |
| Αιτιατική | φασολάδα | φασολάδες |
| Κλητική | φασολάδα | φασολάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →