φαταλιστικός
•
- μοιρολατρικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαταλιστικός < φαταλιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαταλιστικός | φαταλιστική | φαταλιστικό |
| Γενική | φαταλιστικού | φαταλιστικής | φαταλιστικού |
| Αιτιατική | φαταλιστικό | φαταλιστική | φαταλιστικό |
| Κλητική | φαταλιστικέ | φαταλιστική | φαταλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαταλιστικοί | φαταλιστικές | φαταλιστικά |
| Γενική | φαταλιστικών | φαταλιστικών | φαταλιστικών |
| Αιτιατική | φαταλιστικούς | φαταλιστικές | φαταλιστικά |
| Κλητική | φαταλιστικοί | φαταλιστικές | φαταλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →