φαταούλας
•
- ο παμφάγος, λαίμαργος Βικιλεξικό
- ο άπληστος που τα θέλει όλα δικά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαταούλας < από τη φράση φάτα ούλα (φάτα όλα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαταούλας | φαταούλες |
| Γενική | φαταούλα | — |
| Αιτιατική | φαταούλα | φαταούλες |
| Κλητική | φαταούλα | φαταούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →