φαφλατάδικος
•
- ο σχετικός με τον φαφλατά, φλύαρος και επιπόλαιος, ο αεριτζίδικος Βικιλεξικό
- Έβγαλα ένα φαφλατάδικο λογύδριο παραγεμισμένο αφηρημένες έννοιες. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
φαφλατάδικος < φαφλατ(άς) + -άδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαφλατάδικος | φαφλατάδικη | φαφλατάδικο |
| Γενική | φαφλατάδικου | φαφλατάδικης | φαφλατάδικου |
| Αιτιατική | φαφλατάδικο | φαφλατάδικη | φαφλατάδικο |
| Κλητική | φαφλατάδικε | φαφλατάδικη | φαφλατάδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φαφλατάδικοι | φαφλατάδικες | φαφλατάδικα |
| Γενική | φαφλατάδικων | φαφλατάδικων | φαφλατάδικων |
| Αιτιατική | φαφλατάδικους | φαφλατάδικες | φαφλατάδικα |
| Κλητική | φαφλατάδικοι | φαφλατάδικες | φαφλατάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →