φαφουτιάζω
•
- γίνομαι φαφούτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαφουτιάζω < φαφούτης + -ιάζω < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φαφουτιάζω | φαφουτιάζεις | φαφουτιάζει | φαφουτιάζουμε | φαφουτιάζετε | φαφουτιάζουν / φαφουτιάζουνε |
| Παρατατικός | φαφούτιαζα | φαφούτιαζες | φαφούτιαζε | φαφουτιάζαμε | φαφουτιάζατε | φαφουτιάζαν / φαφουτιάζανε / φαφούτιαζαν |
| Αόριστος | φαφούτιασα | φαφούτιασες | φαφούτιασε | φαφουτιάσαμε | φαφουτιάσατε | φαφουτιάσαν / φαφουτιάσανε / φαφούτιασαν |
| Μέλλοντας | θα φαφουτιάζω / θα φαφουτιάσω | θα φαφουτιάζεις / θα φαφουτιάσεις | θα φαφουτιάζει / θα φαφουτιάσει | θα φαφουτιάζουμε / θα φαφουτιάσουμε | θα φαφουτιάζετε / θα φαφουτιάσετε | θα φαφουτιάζουν / θα φαφουτιάζουνε / θα φαφουτιάσουν / θα φαφουτιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φαφουτιάσει | έχεις φαφουτιάσει | έχει φαφουτιάσει | έχουμε φαφουτιάσει | έχετε φαφουτιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φαφουτιάσει | είχες φαφουτιάσει | είχε φαφουτιάσει | είχαμε φαφουτιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φαφουτιάσει / να φαφουτιάζω / να φαφουτιάσω | να έχεις φαφουτιάσει / να φαφουτιάζεις / να φαφουτιάσεις | να έχει φαφουτιάσει / να φαφουτιάζει / να φαφουτιάσει | να έχουμε φαφουτιάσει / να φαφουτιάζουμε / να φαφουτιάσουμε | να έχετε φαφουτιάσει / να φαφουτιάζετε / να φαφουτιάσετε | να φαφουτιάζουν / να φαφουτιάζουνε / να φαφουτιάσουν / να φαφουτιάσουνε |
| Προστακτική | — | φαφούτιαζε / φαφούτιασε | — | — | φαφουτιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φαφουτιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →