Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεβρουαριανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται κατά τον Φεβρουάριο Βικιλεξικό
  2. σχετικός με τον Φεβρουάριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φεβρουαριανός < Φεβρουάρι(ος) + -ανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεβρουαριανόςφεβρουαριανήφεβρουαριανό
Γενικήφεβρουαριανούφεβρουαριανήςφεβρουαριανού
Αιτιατικήφεβρουαριανόφεβρουαριανήφεβρουαριανό
Κλητικήφεβρουαριανέφεβρουαριανήφεβρουαριανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεβρουαριανοίφεβρουαριανέςφεβρουαριανά
Γενικήφεβρουαριανώνφεβρουαριανώνφεβρουαριανών
Αιτιατικήφεβρουαριανούςφεβρουαριανέςφεβρουαριανά
Κλητικήφεβρουαριανοίφεβρουαριανέςφεβρουαριανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →