φεγγίζω
•
- γίνομαι ημιδιαφανής, κάτι γίνεται σχεδόν διαφανές Βικιλεξικό
- Η φούστα σου φεγγίζει και φαίνεται το χρώμα της κιλότας σου.
- μεταφορικάαδυνατίζω πολύ Βικιλεξικό
- Σταμάτα τη δίαιτα γιατί φεγγίζεις πια.
Ετυμολογία
φεγγίζω < μεσαιωνική ελληνική φεγγίζω < φέγγ(ος) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φεγγίζω | φεγγίζεις | φεγγίζει | φεγγίζουμε | φεγγίζετε | φεγγίζουν / φεγγίζουνε |
| Παρατατικός | φέγγιζα | φέγγιζες | φέγγιζε | φεγγίζαμε | φεγγίζατε | φέγγιζαν / φεγγίζαν / φεγγίζανε |
| Αόριστος | φέγγισα | φέγγισες | φέγγισε | φεγγίσαμε | φεγγίσατε | φέγγισαν / φεγγίσαν / φεγγίσανε |
| Μέλλοντας | θα φεγγίζω / θα φεγγίσω | θα φεγγίζεις / θα φεγγίσεις | θα φεγγίζει / θα φεγγίσει | θα φεγγίζουμε / θα φεγγίσουμε | θα φεγγίζετε / θα φεγγίσετε | θα φεγγίζουν / θα φεγγίζουνε / θα φεγγίσουν / θα φεγγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φεγγίσει | έχεις φεγγίσει | έχει φεγγίσει | έχουμε φεγγίσει | έχετε φεγγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φεγγίσει | είχες φεγγίσει | είχε φεγγίσει | είχαμε φεγγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φεγγίσει / να φεγγίζω / να φεγγίσω | να έχεις φεγγίσει / να φεγγίζεις / να φεγγίσεις | να έχει φεγγίσει / να φεγγίζει / να φεγγίσει | να έχουμε φεγγίσει / να φεγγίζουμε / να φεγγίσουμε | να έχετε φεγγίσει / να φεγγίζετε / να φεγγίσετε | να φεγγίζουν / να φεγγίζουνε / να φεγγίσουν / να φεγγίσουνε |
| Προστακτική | — | φέγγιζε / φέγγισε | — | — | φεγγίζετε / φεγγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →