Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεγγίζω

ρήμα
•
  1. γίνομαι ημιδιαφανής, κάτι γίνεται σχεδόν διαφανές Βικιλεξικό
    • Η φούστα σου φεγγίζει και φαίνεται το χρώμα της κιλότας σου.
  2. μεταφορικάαδυνατίζω πολύ Βικιλεξικό
    • Σταμάτα τη δίαιτα γιατί φεγγίζεις πια.

Ετυμολογία

φεγγίζω < μεσαιωνική ελληνική φεγγίζω < φέγγ(ος) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφεγγίζωφεγγίζειςφεγγίζειφεγγίζουμεφεγγίζετεφεγγίζουν / φεγγίζουνε
Παρατατικόςφέγγιζαφέγγιζεςφέγγιζεφεγγίζαμεφεγγίζατεφέγγιζαν / φεγγίζαν / φεγγίζανε
Αόριστοςφέγγισαφέγγισεςφέγγισεφεγγίσαμεφεγγίσατεφέγγισαν / φεγγίσαν / φεγγίσανε
Μέλλονταςθα φεγγίζω / θα φεγγίσωθα φεγγίζεις / θα φεγγίσειςθα φεγγίζει / θα φεγγίσειθα φεγγίζουμε / θα φεγγίσουμεθα φεγγίζετε / θα φεγγίσετεθα φεγγίζουν / θα φεγγίζουνε / θα φεγγίσουν / θα φεγγίσουνε
Παρακείμενοςέχω φεγγίσειέχεις φεγγίσειέχει φεγγίσειέχουμε φεγγίσειέχετε φεγγίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φεγγίσειείχες φεγγίσειείχε φεγγίσειείχαμε φεγγίσει——
Υποτακτικήνα έχω φεγγίσει / να φεγγίζω / να φεγγίσωνα έχεις φεγγίσει / να φεγγίζεις / να φεγγίσειςνα έχει φεγγίσει / να φεγγίζει / να φεγγίσεινα έχουμε φεγγίσει / να φεγγίζουμε / να φεγγίσουμενα έχετε φεγγίσει / να φεγγίζετε / να φεγγίσετενα φεγγίζουν / να φεγγίζουνε / να φεγγίσουν / να φεγγίσουνε
Προστακτική—φέγγιζε / φέγγισε——φεγγίζετε / φεγγίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →