φεγγίτης
•
- μικρό παράθυρο χώρου (μπορεί να βρίσκεται ψηλά ή να χρησιμεύει παράλληλα για εξαερισμό) Βικιλεξικό
- Το φως απ' τους στενούς φεγγίτες ήταν λιγοστό. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- μικρό παραλληλόγραμμο ή ημικυκλικό παράθυρο πάνω από πόρτα ή άλλο παράθυρο Βικιλεξικό
- μαρμάρινη πλάκα με οπές σε διακοσμητικά σχήματα που φράζει ένα παραλληλόγραμμο ή ημικυκλικό κενό πάνω από το ανώφλι της πόρτας ή παράθυρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεγγίτης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγίτης | φεγγίτες |
| Γενική | φεγγίτη | φεγγιτών |
| Αιτιατική | φεγγίτη | φεγγίτες |
| Κλητική | φεγγίτη | φεγγίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →