φεγγαράκι
•
- υποκοριστικόμικρό φεγγάρι Βικιλεξικό
- τρυφερά, ποιητικά το φεγγάρι Βικιλεξικό
- χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά, αν μ' αγάπαγες λιγάκι, θα' ταν όλα αληθινά (στίχοι τραγουδιού: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Μάνος Χατζιδάκις)
- φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ (δημοτικό)
- γλυκόλογο Βικιλεξικό
- φεγγαράκι μου!
Ετυμολογία
φεγγαράκι < φεγγάρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγαράκι | φεγγαράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | φεγγαράκι | φεγγαράκια |
| Κλητική | φεγγαράκι | φεγγαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →