Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεγγαρίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνώνυμο του φεγγαρένιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φεγγαρίσιος < φεγγάρ(ι) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεγγαρίσιοςφεγγαρίσιαφεγγαρίσιο
Γενικήφεγγαρίσιουφεγγαρίσιαςφεγγαρίσιου
Αιτιατικήφεγγαρίσιοφεγγαρίσιαφεγγαρίσιο
Κλητικήφεγγαρίσιεφεγγαρίσιαφεγγαρίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεγγαρίσιοιφεγγαρίσιεςφεγγαρίσια
Γενικήφεγγαρίσιωνφεγγαρίσιωνφεγγαρίσιων
Αιτιατικήφεγγαρίσιουςφεγγαρίσιεςφεγγαρίσια
Κλητικήφεγγαρίσιοιφεγγαρίσιεςφεγγαρίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →