φεγγαρίσιος
•
- συνώνυμο του φεγγαρένιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεγγαρίσιος < φεγγάρ(ι) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγαρίσιος | φεγγαρίσια | φεγγαρίσιο |
| Γενική | φεγγαρίσιου | φεγγαρίσιας | φεγγαρίσιου |
| Αιτιατική | φεγγαρίσιο | φεγγαρίσια | φεγγαρίσιο |
| Κλητική | φεγγαρίσιε | φεγγαρίσια | φεγγαρίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγαρίσιοι | φεγγαρίσιες | φεγγαρίσια |
| Γενική | φεγγαρίσιων | φεγγαρίσιων | φεγγαρίσιων |
| Αιτιατική | φεγγαρίσιους | φεγγαρίσιες | φεγγαρίσια |
| Κλητική | φεγγαρίσιοι | φεγγαρίσιες | φεγγαρίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →