φεγγαριάζομαι
•
- παθαίνω επιληψία, σεληνιάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεγγαριάζομαι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φεγγαριάζομαι | φεγγαριάζεσαι | φεγγαριάζεται | φεγγαριαζόμαστε | φεγγαριάζεστε | φεγγαριάζονται |
| Παρατατικός | φεγγαριαζόμουν / φεγγαριαζόμουνα | φεγγαριαζόσουν / φεγγαριαζόσουνα | φεγγαριαζόταν / φεγγαριαζότανε | φεγγαριαζόμασταν / φεγγαριαζόμαστε | φεγγαριαζόσασταν / φεγγαριαζόσαστε | φεγγαριάζονταν / φεγγαριαζόντουσαν |
| Αόριστος | φεγγαριάστηκα | φεγγαριάστηκες | φεγγαριάστηκε | φεγγαριαστήκαμε | φεγγαριαστήκατε | φεγγαριάστηκαν / φεγγαριαστήκαν / φεγγαριαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα φεγγαριάζομαι / θα φεγγαριαστώ | θα φεγγαριάζεσαι / θα φεγγαριαστείς | θα φεγγαριάζεται / θα φεγγαριαστεί | θα φεγγαριαζόμαστε / θα φεγγαριαστούμε | θα φεγγαριάζεστε / θα φεγγαριαστείτε | θα φεγγαριάζονται / θα φεγγαριαστούν / θα φεγγαριαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω φεγγαριαστεί | έχεις φεγγαριαστεί | έχει φεγγαριαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φεγγαριαστεί | είχες φεγγαριαστεί | είχε φεγγαριαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φεγγαριαστεί / να φεγγαριάζομαι / να φεγγαριαστώ | να έχεις φεγγαριαστεί / να φεγγαριάζεσαι / να φεγγαριαστείς | να έχει φεγγαριαστεί / να φεγγαριάζεται / να φεγγαριαστεί | να φεγγαριαζόμαστε / να φεγγαριαστούμε | να φεγγαριάζεστε / να φεγγαριαστείτε | να φεγγαριάζονται / να φεγγαριαστούν / να φεγγαριαστούνε |
| Προστακτική | — | φεγγαριάζου / φεγγαριάσου | — | — | φεγγαριάζεστε / φεγγαριαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →