Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεγγαροχτυπημένος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαογραφία} που έχασε τα λογικά του, από το φως της πανσελήνου που τον χτύπησε· (κατ’ επέκταση) ανόητος, κυκλοθυμικός, τρελός, επιληπτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φεγγαροχτυπημένος < φεγγάρ(ι) + -ο- + χτυπημένος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεγγαροχτυπημένοςφεγγαροχτυπημένηφεγγαροχτυπημένο
Γενικήφεγγαροχτυπημένουφεγγαροχτυπημένηςφεγγαροχτυπημένου
Αιτιατικήφεγγαροχτυπημένοφεγγαροχτυπημένηφεγγαροχτυπημένο
Κλητικήφεγγαροχτυπημένεφεγγαροχτυπημένηφεγγαροχτυπημένο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεγγαροχτυπημένοιφεγγαροχτυπημένεςφεγγαροχτυπημένα
Γενικήφεγγαροχτυπημένωνφεγγαροχτυπημένωνφεγγαροχτυπημένων
Αιτιατικήφεγγαροχτυπημένουςφεγγαροχτυπημένεςφεγγαροχτυπημένα
Κλητικήφεγγαροχτυπημένοιφεγγαροχτυπημένεςφεγγαροχτυπημένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →