φεγγαρόφωτο
•
- συνώνυμο του σεληνόφως, το φως του φεγγαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεγγαρόφωτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φεγγαρόφωτος. Αναλύεται σε φεγγάρ(ι) + -ό- + φωτ- (θέμα του φως) + κατάληξη -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγαρόφωτο | φεγγαρόφωτα |
| Γενική | φεγγαρόφωτου | φεγγαρόφωτων |
| Αιτιατική | φεγγαρόφωτο | φεγγαρόφωτα |
| Κλητική | φεγγαρόφωτο | φεγγαρόφωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →