φεγγοβόλημα
•
- η αχνή λάμψη, των αστεριών, της φωτιάς που ανάβει κάποιος στην εξοχή Βικιλεξικό
- η εσωτερική λάμψη (των ματιών, του προσώπου) Βικιλεξικό
- η λάμψη που απλώνεται, η έντονη λάμψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεγγοβόλημα <
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγοβόλημα | φεγγοβολήματα |
| Γενική | φεγγοβολήματος | φεγγοβολημάτων |
| Αιτιατική | φεγγοβόλημα | φεγγοβολήματα |
| Κλητική | φεγγοβόλημα | φεγγοβολήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →