φελάχος
•
- αγρότης κυρίως της Αιγύπτου αλλά και της Μέσης Ανατολής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φελάχος < τουρκική fellah < αραβική فلّاح (fallāh)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φελάχος | φελάχοι |
| Γενική | φελάχου | φελάχων |
| Αιτιατική | φελάχο | φελάχους |
| Κλητική | φελάχε | φελάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →