Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φελί

/feˈli/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δημοτικήφέτα (μανταρινιού, ψωμιού) κομμάτι, τμήμα από κάτι άλλο συνήθως ορθογώνιο ή ρομβοειδές Βικιλεξικό
    • ένα φελί ψωμί, τυρί, μπακλαβά
    • Rôti: θ. φρυγανιά, φελὶ ψωμὶ ψημένον εἰς τὴν ἐσχάραν (Γρηγόριος Γ. Ζαλίκογλου, Λεξικόν τῆς Γαλλικῆς, Ἐν Παρισίοις, παρά τυπογράφῳ, Ι. Μ. Ἐβεράρτῳ, 1809, σελ. 487)

Ετυμολογία

φελί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀφέλλιον με αποφυγή της χασμωδίας -ιον και αποβολή του αρχικού φωνήεντος < λατινική offella, υποκοριστικό του offa

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφελίφελιά
Γενικήφελιούφελιών
Αιτιατικήφελίφελιά
Κλητικήφελίφελιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →