φελλάτος
•
- αυτός που φέρει φελλούς Βικιλεξικό
- αργκόο ανόητος, ο άμυαλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φελλάτος < φελλός + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φελλάτος | φελλάτη | φελλάτο |
| Γενική | φελλάτου | φελλάτης | φελλάτου |
| Αιτιατική | φελλάτο | φελλάτη | φελλάτο |
| Κλητική | φελλάτε | φελλάτη | φελλάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φελλάτοι | φελλάτες | φελλάτα |
| Γενική | φελλάτων | φελλάτων | φελλάτων |
| Αιτιατική | φελλάτους | φελλάτες | φελλάτα |
| Κλητική | φελλάτοι | φελλάτες | φελλάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →