Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φελλίνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κηρώδης, εξωκυτταρική ουσία του φυτού, που το προστατεύει από την αφυδάτωση και που σήμερα τείνει να ονομάζεται σουμπερίνη (από τη λατινική ονομασία του φυτού που μας δίνει το φελλό, το είδος Quercus suber που λέγεται στα ελληνικά Δρυς η φελλοφόρος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φελλίνη < φελλός (για την ουσία που του προσδίδει το αδιάβροχο στοιχείο του)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφελλίνηφελλίνες
Γενικήφελλίνηςφελλινών
Αιτιατικήφελλίνηφελλίνες
Κλητικήφελλίνηφελλίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →