Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φενάκη

/feˈna.ci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ψέμα που λέγεται για εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η εσκεμμένη απάτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φενάκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φενάκη (περούκα) < φέναξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφενάκηφενάκες
Γενικήφενάκηςφενακών
Αιτιατικήφενάκηφενάκες
Κλητικήφενάκηφενάκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →