φεουδάρχης
•
- ο κύριος ενός φέουδου στο φεουδαρχικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεουδάρχης < φέουδο + -άρχης (< άρχω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεουδάρχης | φεουδάρχες |
| Γενική | φεουδάρχη | φεουδαρχών |
| Αιτιατική | φεουδάρχη | φεουδάρχες |
| Κλητική | φεουδάρχη | φεουδάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →