Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεουδαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φεουδαρχικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φεουδαλικός < (μεταφραστικό δάνειο) feudal : H λέξη μαρτυρείται απ' το 1789

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεουδαλικόςφεουδαλικήφεουδαλικό
Γενικήφεουδαλικούφεουδαλικήςφεουδαλικού
Αιτιατικήφεουδαλικόφεουδαλικήφεουδαλικό
Κλητικήφεουδαλικέφεουδαλικήφεουδαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφεουδαλικοίφεουδαλικέςφεουδαλικά
Γενικήφεουδαλικώνφεουδαλικώνφεουδαλικών
Αιτιατικήφεουδαλικούςφεουδαλικέςφεουδαλικά
Κλητικήφεουδαλικοίφεουδαλικέςφεουδαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →