φεουδαλισμός
•
- πολιτικοκοινωνικό σύστημα του μεσαίωνα κατά το οποίο η χώρα ήταν χωρισμένη σε φέουδα· κατά το σύστημα αυτό, μια χώρα χωριζόταν σε πολλές μικρές ηγεμονίες, οι οποίες όμως αναγνώριζαν τον κεντρικό ηγεμόνα της χώρας ως ανώτατο άρχοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεουδαλισμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεουδαλισμός | φεουδαλισμοί |
| Γενική | φεουδαλισμού | φεουδαλισμών |
| Αιτιατική | φεουδαλισμό | φεουδαλισμούς |
| Κλητική | φεουδαλισμέ | φεουδαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →