φερετζές
•
- ενδυμασίατο ύφασμα που καλύπτει το πρόσωπο των γυναικών που έχουν ασπαστεί τον ισλαμισμό, η καλύπτρα προσώπου που αφήνει ορατά μόνον τα μάτια και το μέτωπο Βικιλεξικό
- κάτι που κρύβει την πραγματικότητα Βικιλεξικό
- Ο νεοπουριτανισμός είναι τέκνο του νεοφιλελευθερισμού και το “Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια” είναι ο φερετζές του.
Ετυμολογία
φερετζές < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φερετζές < τουρκική ferace < οθωμανική τουρκική فراجه (ferace, μανδύας, γυναικείο πανωφόρι) + -ς < μεσαιωνική ελληνική φορεσιά / φορεσία (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή φόρεσις < αρχαία ελληνική φορέω < φέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φερετζές | φερετζέδες |
| Γενική | φερετζέ | φερετζέδων |
| Αιτιατική | φερετζέ | φερετζέδες |
| Κλητική | φερετζέ | φερετζέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →