Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φερετζές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ενδυμασίατο ύφασμα που καλύπτει το πρόσωπο των γυναικών που έχουν ασπαστεί τον ισλαμισμό, η καλύπτρα προσώπου που αφήνει ορατά μόνον τα μάτια και το μέτωπο Βικιλεξικό
  2. κάτι που κρύβει την πραγματικότητα Βικιλεξικό
    • Ο νεοπουριτανισμός είναι τέκνο του νεοφιλελευθερισμού και το “Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια” είναι ο φερετζές του.

Ετυμολογία

φερετζές < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φερετζές < τουρκική ferace < οθωμανική τουρκική فراجه (ferace, μανδύας, γυναικείο πανωφόρι) + -ς < μεσαιωνική ελληνική φορεσιά / φορεσία (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή φόρεσις < αρχαία ελληνική φορέω < φέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφερετζέςφερετζέδες
Γενικήφερετζέφερετζέδων
Αιτιατικήφερετζέφερετζέδες
Κλητικήφερετζέφερετζέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →