φερετροποιείο
•
- εργοστάσιο ή βιοτεχνία κατασκευής φερέτρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φερετροποιείο < φέρετρ(ο) + -ο- + -ποιείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φερετροποιείο | φερετροποιεία |
| Γενική | φερετροποιείου | φερετροποιείων |
| Αιτιατική | φερετροποιείο | φερετροποιεία |
| Κλητική | φερετροποιείο | φερετροποιεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →