Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φερμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν φέρει από κάπου Βικιλεξικό
    • Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο // Δεν το αντέχουν οι άνθρωποι... (Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα ΙΙΙ)
  2. που έχει έρθει από κάπου Βικιλεξικό
    • Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει // πόσα βιβλία μαζί του να ’χει φέρει (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Ο παπαγάλος)

Ετυμολογία

φερμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φέρω/φέρνω

Άλλοι τύποι

φερμέναφερμένεφερμένεςφερμένηφερμένηςφερμένοφερμένοιφερμένοςφερμένουφερμένουςφερμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →