φερμένος
•
- που τον έχουν φέρει από κάπου Βικιλεξικό
- Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο // Δεν το αντέχουν οι άνθρωποι... (Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα ΙΙΙ)
- που έχει έρθει από κάπου Βικιλεξικό
- Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει // πόσα βιβλία μαζί του να ’χει φέρει (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Ο παπαγάλος)
Ετυμολογία
φερμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φέρω/φέρνω
Άλλοι τύποι
φερμέναφερμένεφερμένεςφερμένηφερμένηςφερμένοφερμένοιφερμένοςφερμένουφερμένουςφερμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →